κατάρα

κατάρα
η
1) проклятие; 2) заклинание; 3) несчастье, беда;

μάς βρήκε κατάρα — на нас напала беда;

§ γυρίζει σαν την άδικη κατάρα — он бродит как неприкаянный


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "κατάρα" в других словарях:

  • κατάρα — κατάρᾱ , κατάρα curse fem nom/voc/acc dual (ionic) κατάρᾱ , κατάρα curse fem nom/voc sg (attic doric ionic aeolic) κατάρᾱ , κατάρης rushing from above masc nom/voc/acc dual κατάρης rushing from above masc voc sg κατάρᾱ , κατάρης rushing from… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατάρα — (Qattara). Τεκτονικό βύθισμα (30.000 τ. χλμ.) στη βόρεια Αφρική, 200 χλμ. Δ του Καΐρου και 50 χλμ. Ν του Ελ Αλαμέιν. Το βαθύτερο σημείο του, το οποίο αποτελείται από αλμυρά έλη, σωρούς ορυκτού άλατος και στρώματα άμμου, βρίσκεται 134 μ.… …   Dictionary of Greek

  • κατάρᾳ — κατάραι , κατάρα curse fem nom/voc pl (ionic) κατάρᾱͅ , κατάρα curse fem dat sg (attic doric ionic aeolic) κατάραι , κατάρης rushing from above masc nom/voc pl κατάρᾱͅ , κατάρης rushing from above masc dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατάρα — η 1. ευχή για να πάθει κακό κάποιος: Δεν πιάνουν οι κατάρες σου. 2. μεγάλη δυστυχία: Τι κατάρα μας βρήκε! …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καταρᾷ — καταράομαι call down curses upon pres subj mp 2nd sg καταράομαι call down curses upon pres ind mp 2nd sg (epic) καταράομαι call down curses upon pres subj mp 2nd sg καταράομαι call down curses upon pres ind mp 2nd sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κάταρα — κάτᾱρα , καταίρω take down aor ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταρασόμενον — καταρᾱσόμενον , καταράομαι call down curses upon fut part mp masc acc sg (attic) καταρᾱσόμενον , καταράομαι call down curses upon fut part mp neut nom/voc/acc sg (attic) καταρᾱσόμενον , καταράομαι call down curses upon fut part mp masc acc sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατάρας — κατάρᾱς , κατάρα curse fem acc pl (ionic) κατάρᾱς , κατάρα curse fem gen sg (attic doric ionic aeolic) κατάρᾱς , κατάρης rushing from above masc acc pl κατάρᾱς , κατάρης rushing from above masc nom sg (attic epic doric aeolic) κατά̱ρᾱς ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταράσεται — καταρά̱σεται , καταράομαι call down curses upon aor subj mp 3rd sg (attic epic) καταρά̱σεται , καταράομαι call down curses upon aor subj mp 3rd sg (epic doric aeolic) καταρά̱σεται , καταράομαι call down curses upon fut ind mp 3rd sg (attic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταράσομαι — καταρά̱σομαι , καταράομαι call down curses upon aor subj mp 1st sg (attic epic) καταρά̱σομαι , καταράομαι call down curses upon aor subj mp 1st sg (epic doric aeolic) καταρά̱σομαι , καταράομαι call down curses upon fut ind mp 1st sg (attic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταραθέντα — καταρᾱθέντα , καταράομαι call down curses upon aor part mp neut nom/voc/acc pl (attic) καταρᾱθέντα , καταράομαι call down curses upon aor part mp masc acc sg (attic) καταρᾱθέντα , καταράομαι call down curses upon aor part mp neut nom/voc/acc… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»